Θεοδόσης Νικολάου:

Ο  «γέροντας» της σχολικής κοινότητας

Καθώς φαίνεται να ψάχνουμε τρόπους συμπαράστασης στους μαθητές μας, που παραπαίουν  συναισθηματικά, στην απαίτηση προσαρμογής στην κοινωνία, στην επαγγελματική αποκατάσταση, κι ένα σωρό «πρέπει» των μεγάλων, υπάρχουν κάπου κάποιοι καθηγητές που γίνονται καθοδηγητές – «γέροντες»  και μεταγγίζουν ζωή.

Κανείς, απ’ όσους γνώρισαν το Θεοδόση Νικολάου είτε ως απλό καθηγητή είτε ως διευθυντή, δεν θα διαφωνήσει στο ότι υπήρξε ένας απ’ αυτούς.

Η παρουσία του στο χώρο του σχολείου ήταν παρουσία αθόρυβη όμως βαθύτατα ουσιαστική.  Μπορούσες κοντά του να υπάρχεις ως πρόσωπο και ν’  αναδύεται ο χαρισματικός εαυτός σου.  Σου επιβαλλόταν με την αγάπη που ξέρει να παραιτείται του δικαιώματος, για χάριν της ειρήνης.  Δεχόσουν την άποψή του, γιατί σε έπειθε όχι τόσο με επιχειρήματα αλλά με τη βεβαιότητα της αλήθειας που είχε μέσα του.

Το σχολείο Μακαρίου Γ΄ στη Λάρνακα, απ’ όπου αφυπηρέτησε το 1990, έζησε την κοινωνία των προσώπων, την ενότητα του καθηγητικού συλλόγου, την ουσιαστική σχέση καθηγητών και μαθητών, καθώς και των μαθητών μεταξύ τους.  Μετάδιδε τη νηφάλια αντιμετώπιση των προβλημάτων, το σεβασμό του προσώπου, την αξία της κάθε στιγμής.  Γνώριζε ό,τι γινόταν στο σχολείο κι ας φαινόταν ότι δεν έφευγε από το γραφείο του.  Η σιωπή του για κάποιες ακαταστασίες, ήταν η έκφραση της πεποίθησής του ότι τα λάθη είναι ανθρώπινα, γι’ αυτό και διορθώνονται με υπομονή, συγκατάβαση, κατανόηση, αγάπη.

Οι συνεδριάσεις του καθηγητικού συλλόγου θύμιζαν «συνάξεις της αδελφότητας».  Ο καθένας μπορούσε άνετα να διατυπώσει την άποψή του, κάποτε και έντονα, αλλά ξέραμε όλοι ότι η γνώμη του βάραινε.  Την αποδεχόμασταν ως τον τελευταίο και ουσιαστικό λόγο στο θέμα της συζήτησης. Τελικά όλοι ήταν αναπαυμένοι.

Το πρώτιστο για το διευθυντή Θεοδόση Νικολάου ήταν το πρόσωπο κι όχι το πρόγραμμα.  «Το Σάββατο διά τον άνθρωπο κι όχι ο άνθρωπος διά το Σάββατο».  Ήξερε  ότι το σχολείο αποτελείται από ανθρώπους με ιδιαιτερότητες, προβλήματα οικογενειακά και προσωπικά, με δύσκολο ιστορικό.  Γι’ αυτό και δεν αρνείτο, όταν του ζητούσαν άδεια αποχώρησης οι καθηγητές.  Μάλιστα κι ο ίδιος έδινε άδεια, όταν καταλάβαινε ότι δεν του ζητούσαν από συστολή.  Ενέργειες που δημιουργούν φιλότιμο.

Οι μαθητές που παραπέμπονταν στο γραφείο του για δύσκολα προβλήματα και ανάρμοστη συμπεριφορά, έφευγαν αποφασισμένοι για νέα ζωή.  Γέμιζαν με ελπίδα και δύναμη, στηριγμένοι στα λόγια της καθοδήγησής του.  Κυρίως όμως στην αίσθηση του ενδιαφέροντός του για εκείνους ως πρόσωπα κι όχι «για να μην έχει το σχολείο προβλήματα».

Η δεκάχρονη συνεργασία-μαθητεία μαζί του στην αρχή της πορείας μου ως καθηγητή στη Μέση εκπαίδευση, μου χάρισε τις βάσεις για το μεγάλο έργο του εκπαιδευτικού.  Όχι βέβαια τόσο με τα λόγια του όσο με την ίδια τη συμπεριφορά, τη σιωπηλή και θυσιαστική.  Γι’ αυτό και η όποια προσπάθειά μου ν’ αποδώσω εκείνη την εμπειρία στο χαρτί, δεν είναι δυνατό να έχει τα αναμενόμενα αποτελέσματα.  Συγχωρέστε μου το τόλμημα …  Το κάνω  ως χρέος ιερό στον όντως διδάσκαλο και καθοδηγητή και πατέρα μου στο σχολικό περιβάλλον.  Το κάνω ως υπόμνηση σ’ όλους τους καθηγητές και καθηγήτριες που πέρασαν από το Μακάρειο της Λάρνακας με διευθυντή το Θεοδόση Νικολάου, τη δεκαετία του ’80.  Γιατί εκείνο το πέρασμα σημαδεύτηκε στις καρδιές μας κι έγινε «ανάμνηση αγαθή» που ζωοποιεί και ενοποιεί.  Μια σχέση, ένα μυστήριο στη σχέση, δημιουργήθηκε μεταξύ μας ως έχοντες κοινόν πατέρα.  Όλοι, λίγο ή πολύ ανάλογα με την επιθυμία και δυνατότητα του καθενός, δεχτήκαμε την επίδρασή του και ρυθμίσαμε την εκπαιδευτική μας πορεία.

Υπήρχαν αρκετές φορές που μιλούσαμε για διάφορα θέματα, κυρίως μετά που σχόλαναν οι μαθητές και υπήρχε ησυχία.  Κάποια απ’ όσα μου έλεγε τα σημείωσα και τα μεταφέρω αυτούσια:

 -       Όποιος δεν ερωτεύτηκε, δεν μπορεί να ερωτευτεί το Θεό. κι όποιος δεν ένιωσε μητέρα δεν μπορεί να νοιώσει την Παναγία.

 -       Ο έρωτας, και στην πιο χυδαία του μορφή, είναι έξοδος, μικρή έστω, από το εγώ.

Βέβαια τα ποιήματα που δημοσίευσε δηλώνουν το μέσα του κόσμο, τα χαρίσματα, την πίστη, τα βιώματά του.  Η επικοινωνία μ’ έναν άνθρωπο είναι κάτι παραπάνω από τα λόγια του.  Έτσι, η συνάντηση και γνωριμία με το Θεοδόση Νικολάου γίνεται ευλογία, σφραγίδα ουράνια, ανθρώπινη παρηγοριά, σ’ ένα κόσμο που τρέχει, που επιβάλλεται, που αγχώνεται, που απομονώνεται και θλίβεται.

Η τελευταία μας συνάντηση ήταν στις 2 Φεβρουαρίου 2004.  Μαζί με τον π. Χριστόδουλο, μαθητή του και μαθητή μου, πήγαμε στο σπίτι του στη Λευκωσία για την τέλεση του Ευχελαίου.  Το δέχτηκε με πολλή χαρά. Ξαπλωμένος στο κρεβάτι, με εμφανή τα σημάδια της αδυναμίας, με κλειστά τα μάτια συμμετείχε στα τελούμενα.  Τον αλείψαμε με άγιο έλαιο, αφού του διαβάσαμε τη συγχωρητική ευχή.  Μας φίλησε το χέρι και μεις το δικό του.  Μας είπε τροπάρια της Υπαπαντής, μ’ εκείνο το ύφος του που σου μετάγγιζε την ιερότητα και τη «βαρύτητα των λέξεων». Αναχωρούσαμε  με την αίσθηση του αποχαιρετισμού…  Στις 8 Φεβρουαρίου 2004 έφυγε για την άνω Ιερουσαλήμ, στον κόσμο των ασωμάτων που γνώρισε απ’ εδώ «εν ετέρα μορφή».

Η κηδεία του τελέστηκε στις 10 Φεβρουαρίου στο κοιμητήριο των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης, προεξάρχοντος του Μητροπολίτη Μόρφου Νεοφύτου.  Οι σύντομες και ουσιαστικές ομιλίες του Μητροπολίτη και άλλων, ζωντάνεψαν την εικόνα του προσώπου του.

Τώρα τον συναντούμε στην ανάμνηση, με το επιβλητικό του βήμα και το ταπεινό του ύφος.  Κυρίως όμως τον συναντούμε στη Θεία Λειτουργία, μνημονεύοντας το όνομά του και παρακαλώντας τον Κύριο της ζωής και του θανάτου να τον κατατάξει «ένθα των δικαίων τα πνεύματα», για να πρεσβεύει για τους μαθητές του και για τους καθηγητές και τις καθηγήτριες, που αγωνιζόμαστε να μεταγγίσουμε το αληθινό πνεύμα της ελληνορθόδοξης παιδείας, που τόσο δυναμικά μπόρεσε να μεταλαμπαδεύσει ο Θεοδόσης Νικολάου.

 

                                                                                                                                π. Ανδρέας Αγαθοκλέους

                        Καθηγητής – Λάρνακα